Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Η γιαγιά μου είναι το είδος του ανθρώπου που, παρόλο που ενημερώνεται για τα νέα από την τηλεόραση, διατηρεί δική της άποψη και δεν είναι λίγες οι φορές που αντιλαμβάνεται πως το mega της προσφέρει διάφορα "μεζεδάκια" όχι απόλυτα ειλικρινή.
Στο σπίτι της γιαγιάς μου, συμβαίνει πολύ συχνά να βρεθούμε διάφοροι συγγενείς, ο καθένας με απόψεις που προέρχονται από διαφορετικό σημείο του πολιτικού φάσματος. Το μόνο πράγμα που ενοχλούσε τη γιαγιά μου ήταν όταν μιλούσαμε δυνατά για πολιτικά στην αυλή, κάτι καθόλου παράξενο αν σκεφτεί κανείς ότι έζησε την χούντα και την τρομοκρατία της, με τους ρουφιάνους να παραμονεύουν σε κάθε γωνία. Μπορεί να είχε πολύ στενούς συγγενείς στο κομμουνιστικό μέτωπο του εμφυλίου, ωστόσο από το '74 μέχρι πρόσφατα ψήφιζε ΠΑ.ΣΟ.Κ. Τα τελευταία χρόνια είχε την ψευδαίσθηση πως το κίνημα θα μπορούσε να επιστρέψει στις εποχές του '81, πίστευε ότι με κάποια από τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν ίσως να επωφελούνταν και πάλι τα λαϊκά στρώματα, όπου ανήκει και η ίδια.
Την ημέρα που επιβλήθηκε η δικτατορία η γιαγιά μου βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, όταν βγήκε η διαταγή να επιστρέψουν όλοι στα σπίτια τους, δε φοβήθηκε. Δεν πίστεψε ούτε για μία στιγμή ότι η χούντα θα έλυνε κάποια από τα προβλήματα για τα οποία εμφανίστηκε ως αυτόκλητος σωτήρας. Δεν την άκουσα ποτέ να λέει ότι μία δεύτερη χούντα θα μας έσωζε. Μπορεί η ψήφος της να ήταν αυτό που θα αποκαλούσαμε συστημική, μα η γιαγιά μου ούτε έφαγε ποτέ από κόμμα, ούτε κοίταξε να βολέψει κάποιο από τα παιδιά της στο δημόσιο.
Στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις η γιαγιά μου ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ, και δεν το μετάνιωσε καθόλου. Δεν είμαι σίγουρος για το κατά πόσο συμφωνούσε με όλες του τις απόψεις, είμαι σίγουρος όμως πως είχε απογοητευτεί πλήρως από το ΠΑΣΟΚ. Η σιγουριά τρώει τον αφέντη ωστόσο, και η αλήθεια είναι πως ήμουν πεπεισμένος, στο διάστημα μεταξύ των δύο εκλογών, πως η εκστρατεία φόβου της ΝΔ θα την έπειθε και ίσως επέστρεφε στο (ουσιαστικά ανύπαρκτο πλέον) πασόκ. Και πάλι η γιαγιά μου δε φοβήθηκε, και πάλι στήριξε ΣΥΡΙΖΑ, και το επόμενο πρωί ήταν στεναχωρημένη για το εκλογικό αποτέλεσμα (ίσως της διαφεύγει η ικανότητα να σκεφτεί μακροπρόθεσμα, δεν με ξαφνιάζει αυτό). Αλλά το ουσιαστικό, αυτό που με εντυπωσίασε ήταν ότι για μία ακόμη φορά δε φοβήθηκε.
Φοβήθηκε, την άνοδο της Χρυσής Αυγής. Και φοβήθηκε τόσο, που το συζήτησε και μέσα στην αυλή. Τόσο, που θυμήθηκε άλλες εποχές, παρόμοιες με τις δικές μας. Φοβήθηκε, γιατί κι αυτή, όπως κι εγώ και όλοι μας, φαντάζομαι, ήταν σίγουρη ότι η ψήφος στην Χρυσή Αυγή τον Μάη ήταν απλά μία αντίδραση, αλλά τον Ιούνιο αντιληφθήκαμε ότι ο φασισμός στην χώρα αυτή έχει ξαναγεννηθεί για τα καλά. Και το να βλέπω μία γυναίκα που τόσα χρόνια δεν μου έδειξε να φοβάται κάτι, να ανησυχεί τώρα για ένα κόμμα, το οποία μάλιστα στην Κατερίνη δεν έχει και ουσιαστική παρουσία, με τρομάζει περισσότερο από το αποτέλεσμα της Κυριακής.
Σε αυτό το 7% της Χρυσής Αυγής λοιπόν, αφιερώνω ένα απόφθεγμα του Samuel Taylor Coleridge που έπεσε πρόσφατα στην προσοχή μου, αν και δεν του έδωσα αρκετή σημασία όταν το πρωτοδιάβασα:
Στην πολιτική, ό,τι αρχίζει με φόβο, συνήθως καταλήγει σε αποτυχία.


;;