Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Στρέφεσαι εναντίον μίας τράπεζας... Κατανοητό, έως δικαιολογημένο. Όμως μία τράπεζα που έχει μέσα κόσμο, δεν την αγγίζεις. Δεν μπορείς να ισχυρίζεσαι πως θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο, όταν δεν σέβεσαι τον κόσμο...όταν δεν αγαπάς τον κόσμο!
Αν ήταν μπάχαλοι ή χρυσαυγίτες ή αναρχικοί λίγο με νοιάζει. Αυτό που απαιτώ όμως είναι να πιάσουν τον έναν που τόλμησε να επιτεθεί σε κτίριο ενώ γνώριζε πως δεν ήταν άδειο, και να τον τιμωρήσουν όπως του αξίζει. Δεν το λέω φυσικά με κάποια ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη, για όνομα του Θεού. Ούτε η φυλακή θα τον/τους συμμορφώσει.
Αλλά ας σταθεί το περιστατικό αφορμή για όλους τους υπόλοιπους, ώστε να συνειδητοποιήσουμε πως μία ζωή, όταν αφαιρείται με τη βία, κάνει κάθε αγώνα, ακόμα και αυτόν με το πιο αγαθό αίτημα, να χάσει την αξία του. Πόσο μάλλον τρεις ζωές.
Θα περιμένω πάντως, έχω την ελπίδα πως ο υπεύθυνος, ο άμεσα υπεύθυνος τουλάχιστον, θα δημοσιεύσει κάπου ένα γράμμα του, μία απολογία... κάτι, ελάχιστο. Το χρωστάει στους τρεις ανθρώπους που δολοφόνησε.



Bάζω λίγο σκοτάδι και λιγάκι βροχή
για να σου φτιάξω μια παράξενη αρχή
και να σε ξεμακρύνω λίγο από τη σκέψη σου
που έτσι κι αλλιώς σε συνερίζεται το κέφι σου.

Σε πάω σε δρόμο μικρό, σε σοκάκι παλιό
σ' ένα αιώνια ποτισμένο απ' το κρασί καπηλειό,
μέρος κακόφημο, ακόμα και για το στοχασμό μου
που ούτε κι ο φόβος δε με φέρνει στ' όνειρό μου.
Εδώ λοιπόν, θα μοιραστώ μια ιστορία μαζί σου
που 'ναι σα να συνέβη χθες και ορκίσου
αν σε πειράξει τόσο που ντραπείς
πουθενά να μη τη πεις.

Καλώς ήρθες, ξένε στο τόπο μου
άραξε δίπλα να σου βάλω ένα κρασί να πιεις
συγχώρεσέ με λιγάκι για τον τρόπο μου,
μα με βρήκες στην αγκαλιά της ντροπής.

Ξέμεινα μόνος μου, πάρε και κάτσε όπου θες
κουρασμένο σε βλέπω, πρέπει καιρό να γυρίζεις,
όμως μέσα στη ζαλάδα μου και πίσω απ' τις σκιές
σα να μου φαίνεται πως κάτι μου θυμίζεις.

Γεια σου και σένα, έλειπα χρόνια ήμουνα κάπου μακριά
με φέραν πίσω δυνατές φωνές
και κάποιες τύψεις που μου είπαν πως εδώ κοντά
έχω γεννηθεί κι έχω πεθάνει δυο χιλιάδες φορές.

Ω, να τα μας, καλά είπα όταν σε είδα
πως σίγουρα παράξενα θα πρέπει να μιλάς
από άλλο κόσμο έχεις απάνω σου σφραγίδα
αυτά τα αγκάθια στο κεφάλι και τα ρούχα που φοράς.

Κάποτε κάποιοι μου το φόρεσαν για στέμμα
και με χλευάζανε μεγάλο βασιλιά
ακόμα τρέχει από τότε φρέσκο αίμα
σ' αυτά που ανέβηκαν του χρόνου τα σκαλιά.
ι' αυτό με βλέπεις μέσα στις σκιές
σαν να φοβάμαι και να θέλω να γλιτώσω
μια προσευχή σ' ένα περβόλι με ελιές
δε με αφήσανε ποτέ να την τελειώσω...

;;